Περί φιλοξενίας

AddThis Social Bookmark Button

Από το Αθαμάνιο στη Μεσοχώρα

Το καλοκαίρι που πέρασε βρέθηκα για ακόμη μια φορά στη Νότια Πίνδο. Θα ανηφόριζα μέχρι το χωριό Αθαμάνιο, με ΚΤΕΛ από την Άρτα, και από εκεί θα συνέχιζα με ωτοστόπ μέχρι τη Μεσοχώρα και τον Αχελώο. Στην πορεία όμως, και αφού μελέτησα τους ορειβατικούς χάρτες, διαπίστωσα ότι θα μπορούσα να φτάσω κοντά στο φράγμα της Μεσοχώρας, ακολουθώντας τους δασικούς δρόμους. Με τον ουρανό μαύρο από τα σύννεφα και τους κεραυνούς να αντηχούν στα γύρω βουνά, ξεκίνησα για το χωριό Τερπνά.

Στην αρχή η πεζοπορία γίνεται πάνω στον κεντρικό δρόμο μέχρι το εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη, και στη συνέχεια μπαίνουμε στο δάσος. Υπάρχει πινακίδα που υποδεικνύει τη σωστή κατεύθυνση.

Μπήκα στο δάσος και άρχισα να περπατάω στον βρεγμένο χωματόδρομο ανάμεσα από πανέμορφα δέντρα. Τα έλατα κυριαρχούσαν στην περιοχή μα και τα φυλλοβόλα πάλευαν για να φτιάξουν τις δικές τους αυλές. Σε μερικά σημεία το δάσος ήτανε τόσο πυκνό που δε μπορούσα να δω τι υπήρχε δίπλα μου. Όταν περπατάς μόνος σε τέτοια μέρη, το μυαλό παίζει τα δικά του παιχνίδια. Αναρωτιόμουν τι θα έκανα εάν πετύχαινα μια αρκούδα, έτσι όπως ήμουνα φορτωμένος, αλλά ο πραγματικός μου φόβος ήτανε τα τσοπανόσκυλα. Η κούραση και το βάρος δεν θα μου επέτρεπαν να γυρίσω πίσω. Έτσι, με το ηθικό λιγάκι πεσμένο, συνέχισα προς τα Τερπνά.

Άφησα την πρώτη διασταύρωση, που συνέχιζε προς το χωριό Πλατάνι, και συνέχισα αριστερά. Εκεί έκανα το πρώτο μου λάθος. Αντί να πάω αριστερά στο γεφύρι προς το χωριό, συνέχισα ευθεία μέχρι που έφτασα στον Αχελώο. Κατάλαβα το λάθος μου και γύρισα πίσω προς το χωριό. Ακόμη και αν κρατάς χάρτη στα χέρια είναι αρκετά εύκολο, λόγω της κούρασης, να κάνεις λάθος. Ανηφόρισα προς τα πίσω και έφτασα ξανά στο τσιμεντένιο γεφύρι.

Δεν γνώριζα εάν το χωριό είχε κατοίκους και αν θα έβρισκα κάτι να φάω. Μέχρι τώρα την είχα βγάλει με βατόμουρα, ενώ δεν είχα πάρει προμήθειες. Για καλή μου τύχη το χωριό είχε ζωή και λειτουργούσε και ένα καφενείο. Καθώς πλησίασα, οι θαμώνες του με κοιτούσαν σαν να ήμουν εξωγήινος. Άφησα το βαρύ σακίδιο και ζήτησα κάτι να φάω. Μέσα σε λίγα λεπτά άρχισαν να φτάνουν και οι υπόλοιποι κάτοικοι του χωριού για τον απογευματινό τους καφέ. Σιγά - σιγά αρχίσαμε την κουβέντα, ο παπάς του χωριού με κέρασε μια μπύρα και η περιέργεια έδωσε τη θέση της στη συντροφικότητα. Όλοι είχαν να πουν κάτι για τα γύρω βουνά: «εκεί ανέβαινα μικρός», «παραπέρα πηγαίναμε για να γιορτάσουμε τον Προφήτη Ηλία», και στα μυστικά οι μικρότεροι μου μιλούσαν για κάποιους αντάρτες που έστηναν καρτέρι στους Γερμανούς, οι οποίοι έπιναν τον καφέ τους μέσα.

Στη διάρκεια της κουβέντας άρχισε μια δυνατή καταιγίδα. Ένιωσα ανακούφιση που δεν με βρήκε στο δρόμο προς τη Μεσοχώρα. Αποφάσισα να μείνω εκεί το βράδυ, έξω από την εκκλησία στο κέντρο του χωριού. Φεύγοντας από το καφενείο κάποιοι με κάλεσαν να κοιμηθώ στα σπίτια τους. Αναρωτιόμουν εάν υπήρχε άλλος τόπος που μέσα σε μια ώρα θα σου πρόσφερε κάποιος το σπίτι του. Στα νησιά, αυτή η φιλοξενία έχει χαθεί. Το χρήμα έπαιξε το δικό του παιχνίδι και πλέον όλα έχουν τη τιμή τους. Στην Αθήνα, μπορεί να είμαστε ο ένας επάνω στον άλλον, αλλά οι ελπίδες να σου μιλήσει κάποιος είναι απειροελάχιστες. Και ξαφνικά, μέσα στην Πίνδο, σε ένα χωριό που μέχρι τώρα δεν γνώριζα καν ότι υπήρχε, κάποιοι με προσκαλούσαν στο σπίτι τους.

Οι γνήσιοι βουνίσιοι έχουν ψυχή και νοιάζονται για τον διαβάτη. Η φιλοξενία είναι σπουδαίο πράγμα και σπάνιο. Θυμήθηκα ότι πριν από ένα χρόνο στην βόρεια Ελλάδα κάτω από το βουνό Πίνοβο, στο χωριό Αετοχώρι, είχα γνωρίσει έναν άνθρωπο ο οποίος μας είχε βοηθήσει μέσα στη νύχτα, αφήνοντας μας να κοιμηθούμε στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού. Αυτοί οι άνθρωποι είναι μια μικρή όαση μέσα στην έρημο.

Αφού τους καληνύχτισα πήγα στην εκκλησία και έβγαλα το σλίπνγκ μπαγκ μου. Ξάπλωσα στο πεζούλι και αφέθηκα στον Μορφέα. Μα τα παιδάκια, που έπαιζαν στην πλατεία είχαν άλλη γνώμη. Όπως ήμουνα μέσα στο σλίπνγκ μπαγκ πέρναγαν από κοντά μου και λέγανε «πάει αυτός, πέθανε», και δώστου γέλια. Αυτό έγινε αρκετές φορές μέχρι να πάνε για ύπνο. Στο τέλος έμεινα μόνος, έβαλα το ξυπνητήρι στις έξι και κοιμήθηκα.

Το πρωί με βρήκε σε καλή κατάσταση και μέσα σε λίγα λεπτά ξεκίνησα για το χωριό Κορυφή. Θα πήγαινα προς το χωριό Γλίστρα και μετά θα συνέχιζα από την δεξιά πλευρά του Αχελώου. Οι κάτοικοι, το προηγούμενο βράδυ, με είχαν ειδοποιήσει ότι ο δρόμος είχε κλείσει αλλά εγώ επέμενα να πάω. Στα πρώτα μέτρα έξω από το χωριό έφαγα το πρωινό μου, - φρέσκα βατόμουρα, που είχαν πλυθεί από την βροχή. Στα δεξιά μου είχα τον Χατζή, ενώ πίσω και δεξιά έβλεπα τα βορειοδυτικά Άγραφα.

Συνέχισα στον δρόμο έξω από το χωριό, μέχρι που έφτασα στον ασφάλτινο δρόμο ο οποίος θα με οδηγούσε στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο της ΔΕΗ. Η παρέμβαση του ανθρώπου σε αυτό το σημείο είναι καταλυτική. Το τοπίο απέπνεε μια μιζέρια, ένα παράπονο για το κακό που το είχε βρει. Πέρασα γρήγορα κάτω από το τούνελ και άρχισα να ανηφορίζω προς τη Γλίστρα. Μετά συνέχισα αριστερά κερδίζοντας ύψος.

Ήμουν πλέον στους πρόποδες του Χατζή και έβλεπα την κορυφή Καταφύδι. Ο Αχελώος κυλούσε αριστερά μου, ενώ στο βάθος δέσποζε ο Κρυάκουρας της Κακαρδίτσας. Τα βουνά τριγύρω ήταν πανέμορφα, όχι όμως και ο δρόμος, που ακολουθούσα. Λίγο παραπάνω συνάντησα ένα ορυχείο. Η περιοχή έμοιαζε σαν βομβαρδισμένη και ο δρόμος είχε κλείσει από τις κατολισθήσεις. Μετά το ορυχείο άρχισα να κατηφορίζω προς το ποτάμι. Δειλά – δειλά στην άκρη του δρόμου φύτρωναν δέντρα, πλατάνια και άλλα είδη που δεν γνώριζα. Η φύση είχε αρχίσει να αναγεννάται από τις στάχτες τις.

Φτάνοντας στο ποτάμι θυμήθηκα την χθεσινοβραδινή κουβέντα για τον κατεστραμμένο δρόμο. Το ποτάμι είχε καταπιεί ένα μεγάλο τμήμα του και το μόνο, που θύμιζε ότι από εκεί περνούσε δρόμος, ήταν οι κολώνες της ΔΕΗ, οι οποίες κρέμονταν στον αέρα, ενώ κάποιες βρίσκονταν μέσα στο ποτάμι. Είχα δύο επιλογές, ή να μπω μέσα στο νερό για λίγο και να ξαναβγώ στο δρόμο ή να περάσω επάνω από τα βράχια στο σημείο της καταστροφής. Αποφάσισα να ρισκάρω, επιλέγοντας τον δεύτερο τρόπο, ελπίζοντας ότι δεν θα γινόταν άλλη κατολίσθηση την στιγμή που θα περνούσα.

Έτσι βρέθηκα να ακροβατώ στα βράχια με το σαθρό έδαφος από πάνω να παραμονεύει και το ποτάμι, στα οχτώ μέτρα πιο κάτω, να με περιμένει για μια δροσιστική βουτιά με όλα μου τα πράγματα και την φωτογραφική μηχανή. Τελικά, η ψυχραιμία και η σχέση μου με την αναρρίχηση με βοήθησαν να φτάσω απέναντι ακέραιος. Από εδώ και πέρα ήξερα ότι δεν θα συναντούσα κάποιον κίνδυνο. Ο δρόμος άνοιγε ξανά και σε λίγο βρισκόμουν κάτω από το χωριό Κορυφή, δίπλα στην μεταλλική στρατιωτική γέφυρα. Άλλη μια ανηφόρα με περίμενε. Φτάνοντας στα πρώτα σπίτια εντυπωσιάστηκα με την θέα. Δεξιά ήταν ο Χατζής και απέναντι διακρίνονταν ο Κρυάκουρας και το τελείωμα της κορυφογραμμής Καταφύλι, που βρίσκεται ανάμεσα στο Τσιγκόρι και τον Κρυάκουρα. Οι ονομασίες Καταφύλι και Καταφύδι φαίνεται ότι έχουν πέραση στην περιοχή, αφού αρκετές κορυφές ονομάζονται έτσι.

Το επόμενο κομμάτι της διαδρομής δεν είχε εκπλήξεις. Πέρασα την τελευταία γέφυρα μετά το χωριό Κορυφή και βγήκα στον κεντρικό δρόμο, λίγο πριν από το χωριό Λαφίνα. Η διήμερη πορεία, μαζί με τις έξι υπόλοιπες μέρες πορείας, που είχαν προηγηθεί στην Ήπειρο, με είχαν εξαντλήσει και δεν είχα άλλη λύση παρά να περιμένω τους φίλους μου να με μαζέψουν. Έτσι και έγινε. Τέσσερα χιλιόμετρα πριν το φράγμα της Μεσοχώρας βρέθηκα να ανηφορίζω με αμάξι απολαμβάνοντας την θέα…

Η διαδρομή προτείνεται και για ποδήλατο βουνού. Μπορεί κανείς να ξεκινήσει από το Αθαμάνιο, να διασχίσει τους δασικούς δρόμους και στην επιστροφή να γυρίσει από τον ασφάλτινο δρόμο. Με ποδήλατο δεν χρειαζόμαστε πάνω από μια μέρα. Μόνο στο σημείο με την κατολίσθηση θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Καλύτερη λύση, εάν έχουμε ποδήλατο, είναι να κατεβούμε στο ποτάμι και να το διασχίσουμε. Αν και στο επόμενο διάστημα δεν αποκλείεται να γίνουν έργα σε αυτό το κομμάτι, αφού διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να κοπεί το ρεύμα στα γύρω χωριά.

κείμενο - φωτογραφίες: Πάνος Μπαμπαλούκας
επιμέλεια: Χριστίνα Σανούδου

Copyright © 2017 MountainsGreece. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό που διατίθεται σύμφωνα με τη Γενική Δημόσια Άδεια Χρήσης GNU.