Ληστεία

AddThis Social Bookmark Button

Η ληστεία στην Ελλάδα ήταν πάντα ένα φαινόμενο πολυδιάστατο: η σπηλιά του Νταβέλη, το φημολογούμενο (λανθασμένα) ειδύλλιό του με την δούκισσα της Πλακεντίας, τα φαντάσματα από την σφαγή ξένων περιηγητών από την συμμορία των Αρβανιτάκηδων στο Δήλεσι το 1871. Όλα αυτά πέρασαν στην σφαίρα του μύθου, των τραγουδιών και των τρομακτικών ιστοριών γύρω από το τζάκι. Παρ' όλα αυτά, υπήρξαν. Δύσκολα όμως διακρίνει κανείς εάν υπάρχει ιστορική ανακρίβεια, ή ποια είναι τα όρια μεταξύ αληθινού και παραμυθένιου. Ούτως ή άλλως, οι λόγοι που ο μύθος των ληστών ασκεί τόση γοητεία, είναι τόσο φανταστικοί όσο και τα ιστορικά γεγονότα: η παρανομία, η παράλληλη ζωή του «ανυπότακτου» ληστή με τους υπόλοιπους «υποταγμένους» πολίτες. Επίσης, εξίσου γοητευτική είναι η εικόνα του ληστή τύπου «Ρομπέν των Δασών», ο οποίος αντιπροσωπεύοντας μία λαϊκή δικαιοσύνη, έκλεβε τους πλούσιους για να δίνει στους φτωχούς.

Βέβαια, η πραγματικότητα καμιά φορά, απέχει πάρα πολύ από τον μύθο. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ: συχνά οι ληστές δρούσαν για πιο ευτελή ζητήματα, πέρα από το να είναι υπερασπιστές του «λαϊκού συμφέροντος». Μάλιστα, η απεύθυνση στην κοινωνία σαν «κερατάδες», «προδότες» ή «μπαρμπάτσηδες» (όρος με αδιευκρίνιστη ετυμολογία, αλλά έντονα περιφρονητικός), είναι συνηθισμένη σε πολλές επιστολές ληστών.

 

Είναι γεγονός όμως, ότι η ληστεία υπήρξε πονοκέφαλος για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ήδη από την δημιουργία του το 1831. Έγιναν ειδικά διαβήματα από το εξωτερικό προς αυτό, για να χτυπηθεί η ληστεία, χωρίς αποτέλεσμα. Πολλοί ήταν οι λόγοι που δε συνέβαινε αυτό: η αδυναμία των χωροφυλάκων να εντοπίσουν και να παγιδεύσουν τους ληστές, η υποστήριξη των ληστών από τις τοπικές κοινότητες, είτε από φόβο είτε από αλληλεξάρτηση, και άλλοι πολλοί. Ενδεικτικό γεγονός των προσπαθειών του ελληνικού κράτους για την πάταξη της ληστείας, είναι η ψήφιση νόμου («Νόμος περί ευθύνης των δήμων.», 1836) που κατηγορούσε συλλογικά τους δήμους για πιθανή αύξηση της ληστείας στην περιοχή, αναγκάζοντάς τους να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Επίσης, η δημιουργία της οροφυλακής (1838) - η οποία μετατράπηκε στην γνωστή Εθνοφυλακή - για περιπολία σε ορεινές δύσβατες περιοχές, στις οποίες πολλές φορές υπερείχαν οι ληστές, οι οποίοι γνώριζαν τα κατατόπια. Αν και συνήθως οι ληστές προσπαθούσαν να αποφύγουν τους πρώτους, σε περίπτωση που δεν γινόταν αυτό, έδιναν μάχη. Ίσως η πιο γνωστή περίπτωση μάχης με την Εθνοφυλακή, είναι αυτή που κατέληξε στο τέλος του περιβόητου λήσταρχου Νταβέλη. Ύστερα από μεγάλη καταδίωξη στον Ελικώνα, τον Παρνασσό, και τέλος την Λοκρίδα, η συμμορία του Νταβέλη και ο ίδιος, εγκλωβίστηκε στο ύψωμα μεταξύ Δαυλίδος και Διστόμου, στο Ζεμενό της Λειβαδειάς από την Εθνοφυλακή, με επικεφαλής τον Ιωάννη Μέγα. Μετά από πολύωρη μάχη, το τέλος της δόθηκε με τα γιαταγάνια, με τον θάνατο και των δύο αρχηγών. Ο μύθος λέει ότι σκοτώθηκαν μετά από μονομαχία μεταξύ τους. Όποιος ή όποια θέλει, το πιστεύει.

Οι ληστές δρούσαν σε μικρές συμμορίες, συνήθως των 10-15 ατόμων, όπου οι μεγαλύτεροι μάθαιναν τα μυστικά στους μικρότερους. Ζούσαν μία ζωή κάτω από φοβερά αντίξοες συνθήκες: ήταν συνεχώς σε κίνηση για να μην βρεθούν τα ίχνη τους, κινούνταν σε ορεινές περιοχές, και τρέφονταν με τα ελάχιστα. Ορισμένες φορές βέβαια, τα χωριά που θέλανε να τα πηγαίνουν καλά μαζί τους, προσέφεραν τρόφιμα, μέσα στο πλαίσιο μίας άγραφης συμφωνίας: οι μεν τους πήγαιναν τρόφιμα και σιωπούσαν μπροστά στην έλευση κρατικών υπαλλήλων, οι δε τους «προστάτευαν»: δηλαδή δεν έκαναν επίθεση στο χωριό τους! Συνήθως όμως, από τις πηγές αναδεικνύεται η γενικότερη περιφρόνηση (και ζήλεια πολλές φορές) των ληστών, απέναντι στους νομιμόφρονες ή αυτήν που θα λέγαμε σήμερα, καθώς πρέπει κοινωνία.

Παρακάτω περιγράφονται συνοπτικά οι ζωές δύο γνωστών ληστών που έδρασαν στον Ελλαδικό χώρο.

Γιαγκούλας ο βασιλιάς των Ορέων

Γνωστός και ως βασιλιάς των Ορέων ο Γιαγκούλας ήταν ένας από τους φημισμένους ληστές που έδρασε στην περιοχή της Λιβαδειάς, στα Χάσια από όπου ήταν και η καταγωγή του, αλλά και γύρω από τον Όλυμπο. Γεννημένος στο χωριό Μεταξά Σερβίων άρχισε από μικρός τη δράση του. Η ανέχεια που επικρατούσε γύρω στο 1900 και ο θάνατος του πατέρα του τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το γυμνάσιο για να φροντίσει την οικογένειά του. Μετά από αυγοκλοπή του έδωσαν το παρατσούκλι “κλεφτοκοτάς”. Στη συνέχεια η ζωή του έγινε πιο σκληρή και κατά τη διάρκεια των χρόνων της παρανομίας διέπραξε 20 φονικά. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Γιαγκούλας έγινε γνωστός για την εκτέλεση του υπομοίραρχου Γκαντάρα έξω από το Παλάτι στην Αθήνα. Ο υπομοίραρχος υπηρετούσε στο χωριό του Γιαγκούλα όπου και βίασε μια ξαδέρφη του. Ο διοικητής του για να τον σώσει τον έστειλε Εύζωνα στο Παλάτι με την ελπίδα ότι δεν θα τον έβρισκε ο Γιαγκούλας. Η οργή όμως για την πράξη του βιασμού και ο διασυρμός που δέχτηκε η κοπέλα, αφού μετά την πράξη του ο υπομοίραρχος το διαλαλούσε στο χωριό, οδήγησαν τον Γιαγκούλα μέχρι την Αθήνα. Σε ηλικία 16 χρονών ξεκίνησε από το χωριό του με τα πόδια και έφτασε έξω από το παλάτι όπου και σκότωσε τον υπομοίραρχο. Ο βασιλιάς θεώρησε την εκτέλεση σαν χτύπημα προς τον θεσμό και έτσι επικήρυξε τον γνωστό πλέον ληστή. Για να γλυτώσει βγήκε στα βουνά και έγινε πρωτοπαλίκαρο στην ομάδα του Τσιάρα και του Γκανά. Επικηρυγμένος και με την χωροφυλακή στο κατόπι του, συνελήφθη το 1920 και διατάχτηκε η μεταφορά του στη Θεσσαλονίκη για να δικαστεί. Κατά την μεταφορά του πήδηξε από το τραίνο και ελεύθερος ξανά συνέχισε την δράση του. Έζησε και μερικά χρόνια στην Αθήνα χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Νικόλαος Σκλήμπας. Εκεί ερωτεύτηκε μια αριστοκράτισσα η οποία τον πρόδωσε αναγκάζοντας τον να ξαναγυρίσει στα βουνά. Το 1923 ήταν επικηρυγμένος με το ποσό των 20.000 δραχμών, ενώ μέσα σε δύο χρόνια το ποσό είχε αγγίξει τις 600.000 δραχμές. Η τύχη του όμως είχε αρχίσει να στερεύει. Το 1925 σε συνεργασία και με άλλους ληστές απήγαγαν δύο γνωστούς και πλούσιους Λαρισαίους τους οποίους και οδήγησαν στον Όλυμπο. Από εκεί ζήτησαν λύτρα για να τους αφήσουν ελεύθερους. Τα σχέδια τους απέτυχαν αφού δέχτηκαν χτύπημα από έναν άλλο ληστή. Ο ληστής Αγριόκωτσος πρόδωσε την κρυψώνα τους οδηγώντας ένα απόσπασμα της χωροφυλακής με επικεφαλής τον μοίραρχο Πετράκη στο κατόπι τους. Μετά από μάχη που δόθηκε ο Γιαγκούλας τραυματίστηκε και εκτελέστηκε από τον ενωμοτάρχη Καλιογούρα. Μαζί του σκοτώθηκαν και άλλοι δύο ληστές. Κάθε φορά που η χωροφυλακή σκότωνε κάποιον ληστή φρόντιζε για τον εξευτελισμό αυτού. Έτσι τα κεφάλια των ληστών κρεμάστηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Κατερίνης.

Νταβέλης

Ο Χρήστος Νάτσιος (Νταβέλης) γεννήθηκε γύρω στο 1832 και ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ληστές της Αττικής, ενώ τα λημέρια του έφταναν μέχρι τον Παρνασσό. Σε νεαρή ηλικία και για τα μάτια μιας χωριατοπούλας στο χωριό Στύρα, είχε την πρώτη του συμπλοκή με την χωροφυλακή. Είχε διαφύγει στο συγκεκριμένο χωριό για να γλυτώσει από την οργή ενός ηγούμενου της μονής Πεντέλης από τον οποίο είχε κλέψει την ερωμένη του. Στα Στύρα ερωτεύτηκε την κόρη ενός παπά, αλλά για κακή του τύχη αυτή ήταν ταγμένη σε έναν πλούσιο τσέλιγκα. Τον καιρό εκείνο η χωροφυλακή αναζητούσε έναν φυγόστρατο με το όνομα Νάστος πραγματοποιώντας ελέγχους στα χωριά της περιοχής. Φτάνοντας στα Στύρα, ο τσέλιγκας για να απαλλαγεί από τον Νάτσιο (Νταβέλη) τον υπέδειξε σαν τον ύποπτο που έψαχναν. Δυστυχώς το παρόμοιο επίθετο ήταν η αφορμή για να μπλέξει. Παρόλο που τους αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα αυτοί δεν τον πίστεψαν με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συμπλοκή πάνω στην οποία σκοτώθηκε ένας χωροφύλακας ενώ ο Νταβέλης διέφυγε. Παράνομος πλέον αναγκάστηκε να βρει καταφύγιο στα βουνά. Τον πρώτο καιρό ακολούθησε την συμμορία του ληστή Μπελούλια (Κακαράπης), ο οποίος ήταν μακρινός συγγενής του. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έφτιαξε την δική του ομάδα, αποτελούμενη από γνωστούς λήσταρχους της εποχής και με την συμμετοχή ενός μοναχού του Διονύσιου Κυριακιώτη. Η Βοιωτία, η Αττική, η Φθιώτιδα και η Εύβοια ήταν οι περιοχές στις οποίες δρούσαν ληστεύοντας ταξιδιώτες, χωρικούς και βοσκούς.

Ο Νταβέλης έγινε γνωστός στον περισσότερο κόσμο το 1855 την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου. Η αγγλο-γαλλική συμμαχία ήθελε να αποτρέψει την συμμετοχή της Αθήνας στο πλευρό των Ρώσων αποκλείοντας έτσι το λιμάνι του Πειραιά και την Αττική. Ο Νταβέλης κατάφερε να φτάσει στην οδό Πειραιώς και να συλλάβει έναν Γάλλο αξιωματικό. Στη συνέχεια ζήτησε λύτρα από την ελληνική κυβέρνηση για να τον ελευθερώσει. Τελικά εισέπραξε 30.000 δρχ. σε χρυσό, ποσό υπέρογκο για την εποχή. Όσο γίνονταν οι διαπραγματεύσεις είχε βρει καταφύγιο στην περιοχή του Κορινθιακού ενώ είχε στο πλευρό του και άλλους ληστές. Βέβαια σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία οι υπόλοιποι λήσταρχοι επιθυμούσαν με την απελευθέρωση του Γάλλου αξιωματικού να τους δοθεί γενική αμνηστία και η επιμονή του Νταβέλη για τον χρυσό τους εξόργισε. Πολλοί ληστές που δρούσαν στην Στερεά Ελλάδα είχαν πάρει αμνηστία και είχαν περάσει τα ελληνοτουρκικά σύνορα πολεμώντας στο πλευρό των Θεσσαλών και Ηπειρωτών εναντίον των Τούρκων.

Σύμφωνα με τον θρύλο ο Νταβέλης ήτανε γνωστός και για την εισβολή που είχε κάνει με την συμμορία του στη μονή Δαφνίου. Το μοναστήρι τότε ήτανε γυναικείο και η “παραμονή” τους εκεί διάρκεσε τρία μερόνυχτα.

Στο αποκορύφωμα της δράσης του το 1856 είχε αναγκάσει ένα απόσπασμα της χωροφυλακής με έδρα το Μενίδι να παραδώσει τα όπλα της μετά από αιφνιδιαστική επίθεση της συμμορίας του. Ταπεινωμένη η χωροφυλακή πήρε στα σοβαρά την απειλή του Νταβέλη και έστησε επιχείρηση για να τον συλλάβουν. Γνωρίζοντας για την σχέση του με την κόμισσα Μπανκόλι, κατάφεραν να πάρουν την αλληλογραφία τους και να μάθουν τις επόμενες κινήσεις του στα ορεινά. Η κόμισσα ετοιμαζόταν να τον φυγαδεύσει στην Ιταλία μαζί με την υπόλοιπη ομάδα του. Όμως οι χωροφύλακες ξεκίνησαν την ανελέητη καταδίωξή του. Από τον Ελικώνα κατάφερε να περάσει στον Παρνασσό και από εκεί στην Λοκρίδα. Τελικά η τελευταία μάχη δόθηκε στο Ζεμενό σε ένα ύψωμα κοντά στο Δίστομο. Ο Νταβέλης είχε στο πλευρό του 24 ληστές και είχε απέναντί του οργανωμένο στρατό με επικεφαλής τον υπολοχαγό Ιωάννη Μέγα αλλά και πολλούς χωρικούς οι οποίοι είχαν ακολουθήσει το απόσπασμα για να το βοηθήσουν. Η μάχη διάρκεσε πέντε ώρες στις οποίες σκοτώθηκε ο υπολοχαγός αλλά και 18 ληστές. Τελικά οι χωρικοί μαζί με τους στρατιώτες κατάφεραν να καταλάβουν τις κρυψώνες των ληστών και να συλλάβουν όσους έζησαν. Μόνο ένας ληστής κατάφερε να διαφύγει για να συλληφθεί λίγες μέρες αργότερα. Το κεφάλι του Νταβέλη εκτέθηκε σε δημόσια θέα στην πλατεία Συντάγματος.

Κείμενο: Αγγελής Ζαρόκωστας

Copyright © 2017 MountainsGreece. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.
Το Joomla! είναι Ελεύθερο Λογισμικό που διατίθεται σύμφωνα με τη Γενική Δημόσια Άδεια Χρήσης GNU.